1 Φεβ 2017

Οδοιπορικό στο Άγιον Όρος

Είχα την ευκαιρία να επισκεφτώ στις υπέροχες μέρες του Σεπτεμβρίου την τρίτη χερσόνησο της Χαλκιδικής, που δεν είναι απλά ένα «πόδι» στο γεωγραφικό χάρτη, όπως οι δυο προηγούμενες, αλλά ένα βήμα προς την επουράνια βασιλεία της χριστιανικής θρησκείας ή το τελευταίο καταφύγιο μοναχισμού που μας έχει απομείνει στον κόσμο (σύμφωνα με τη λαϊκή ορθόδοξη παράδοση).



Το Άγιο Όρος (Α.Ο.) είναι ένας κατ’ εξοχήν λατρευτικός χώρος της ορθόδοξης Χριστιανικής θρησκείας και ως εκ τούτου ομιλίες τέτοιου είδους τελούν υπο διαφορετική διαπραγμάτευση. Όμως, ένα οδοιπορικό στο Άγιο Όρος είναι κάτι το διαφορετικό. Είναι μια περιήγηση και διήγηση με ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθ’ όσον είναι ένας χώρος κατ’ εξοχήν παραδοσιακός όπου η οποιαδήποτε εξέλιξη σημειώνεται με πολύ αργούς ρυθμούς. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος ζωής των μοναχών και ιδιαίτερα τομέων, όπως είναι η πρακτική ιατρική, η πρόγνωση του καιρού, η προετοιμασία των εδεσμάτων, η γεωργία η παρασκευή οίνου. Ο περιηγητής μπορεί να θαυμάσει τις ανυπολογίστου αξίας εικόνες, τα δισκοπότηρα κ.ά. κυρίως μεταβυζαντινής προέλευσης, ή τα αμέτρητα χειρόγραφα που φυλάσσονται σε σφραγισμένα κιβώτια, δεν ανοίγονται παρά σε εξαιρετικές περιπτώσεις και χρειάζεται γι’ αυτό ολόκληρη ιεροτελεστία.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει κάποιος για να επισκεφτεί το Άγιον Όρος είναι να επικοινωνήσει με το Γραφείο Προσκυνητών στη Θεσσαλονίκη, για την έκδοση του Διαμονητηρίου. Το έγγραφο αυτό δεν είναι μόνο μια τυπική άδεια εισόδου στον Άθω, αλλά και μια προσταγή της Ιεράς Επιστασίας προς τις είκοσι μονές και τις πολυάριθμες σκήτες να σας προσφέρουν φιλοξενία, κατά τη διάρκεια της παραμονής σας. Αν είστε ένα από τα 120 άτομα, που επιτρέπεται να εισέρχονται καθημερινά στο Άγιον Όρος, τότε το πρώτο βήμα ήδη το κάνατε. Αν δεν θέλετε να διανυκτερεύσετε στην ύπαιθρο, επικοινωνήστε με τις ιερές μονές για να σας εγκρίνουν τη διανυκτέρευσή σας και αυτό μπορεί να γίνει με τηλεφωνική κράτηση επειδή κάθε μοναστήρι διαθέτει πλέον την απαιτούμενη ψηφιακή τεχνολογία. Αν τα έχετε καταφέρει μέχρι τώρα, ετοιμαστείτε. Πάρτε ένα σακίδιο με ελαφρύ ρουχισμό, παπούτσια πεζοπορίας, περίσσεια χάριτος και ξεκινήστε. Το ρολόι σας, δεν θα σας χρειαστεί γι’ αυτό μην το πάρετε μαζί σας. Όπως θα δούμε παρακάτω, τα περισσότερα από τα είκοσι κοινοβιακά μοναστήρια συνεχίζουν να μετρούν το χρόνο όπως οι βυζαντινοί, με το ξεκίνημα της νέας ημέρας να γίνεται ακριβώς την ώρα που δύει ο ήλιος.

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου. Το μικρό φεριμπότ απομακρύνεται από το μικρό όρμο της Ουρανούπολης. Ατενίζουμε τον ομώνυμο πύργο της, που αποτελεί προανάκρουσμα και μια πρόγευση για το τί θα επακολουθήσει και φθάνουμε μετά από 2 ώρες ταξίδι στο λιμάνι της Δάφνης. Καθοδόν ένα γλυκύτατο γεροντάκι, μοναχός, επαναλάμβανε σε μια αρχαΐζουσα διάλεκτο την ίδια φράση: «Οδεύουμεν προς Ουρανόν»! Εκεί, στη Δάφνη αποβιβαζόμαστε και ξεκινάει ουσιαστικά η επίσκεψή μας στην Αθωνική Χερσόνησο. Η πρώτη εντύπωση μας εκπλήσσει. Τα μαγαζάκια με τους έμπορους μοναχούς θυμίζουν μοναστηράκι ή τουλάχιστον παντοπωλείο πλησίον κέντρου υποδοχής νεοσυλλέκτων. Πωλούν κομποσκοίνια, μικρές, μεσαίες, μεγάλες εικόνες, τουριστικά βιβλία, μικρά ευαγγέλια, λιβάνι, καρβουνάκια, φυτίλια και κεριά, κονσέρβες, ξυραφάκια και οτιδήποτε άλλο φαντασθείτε. Δίπλα, ένα μικρό φάστ-φούντ με φασολάδα, ταραμοσαλάτα και ελιές σε κοσμικές τιμές(!), που δεν γίνεται ποτέ σκόντο. Κοιτάζοντας ένα γάτο να πλένεται στον ήλιο, άλλωστε τα γατιά είναι τα μόνα κατοικίδια ζώα που επιτρέπονται στο Α.Ο., περιμένουμε το επόμενο καραβάκι που θα μας μεταφέρει στις Μονές των βράχων. Έτσι αποκαλούνται όλα τα μοναστήρια της δυτικής όχθης επειδή είναι κτισμένα πάνω στους βράχους, στη βάση των οποίων άλλοτε αλυσοδέρνονται και άλλοτε ηρεμούν τα νερά του κόλπου.

Με το μικρό καΐκι ξεκινάμε για τον προορισμό μας, που είναι το μοναστήρι του Αγίου Παύλου. Μας καταλαμβάνει μια δεύτερη έκπληξη. Οι συνεπιβάτες μας έχουν μια χαρούμενη όψη. Όλοι είναι απλά ντυμένοι, με πρόσωπα γεμάτα ευφορία, διηγούνται τις προηγούμενες εμπειρίες τους και συμβουλεύουν τους πρωτάρηδες για το τί πρέπει και το τί δεν πρέπει. Έρχονται από πολύ μακριά, την Κρήτη, την Κύπρο, τη Ζάκυνθο, την Πάτρα και τον Πύργο και φέρνουν, οι περισσότεροι, δώρα, ζαχαρούχα γλυκά (κυρίως λουκούμια), ρουχισμό ακόμη γλάστρες με βασιλικό και γιασεμί. Θα τα κουβαλήσουν μαζί τους στις ανηφόρες, στα καλντερίμια, στα δύσβατα μονοπάτια, στις λασπωμένες διαβάσεις, μέχρι την πύλη του μοναστηριού και θα τα προσφέρουν, σαν σύγχρονοι μάγοι, στα ξεχασμένα γεροντάκια, σε όλους εκείνους με τους οποίους θα μοιραστούν αργότερα μερικές ώρες βαθιάς κατάνυξης και θα ενώσουν τις φωνές τους στις ψαλμωδίες του εσπερινού και του όρθρου. Προσεγγίζουμε τον Αρσανά (το επίνειο της Μονής) του Αγίου Παύλου. Ένας ρασοφόρος μας γνέφει και περιμένει για την υποδοχή. Αποβιβαζόμαστε και οδοιπορούμε σε ένα ανηφορικό μονοπάτι για τη Μονή, που μεγαλόπρεπα στέκεται μπροστά μας. Είναι μισή ώρα ποδαρόδρομος, καταμεσήμερο και ο ήλιος να έχει φορέσει την πιο ζεστή του μέρα. Ο δρόμος κουραστικός. Καθοδόν συναντάμε ένα γλυκύτατο γέροντα, τον χαιρετάμε και ανταποκρίνεται. Μας βλέπει βουτηγμένους στον ιδρώτα και λέει: «…Τέκνα μου, την ανηφόρα μη τη φοβάστε, μόνο την κατηφόρα……». Είναι τα πρώτα σοφά λόγια που ακούμε και συνειδητοποιούμε πλέον ότι βρισκόμαστε στη σημαντικότερη εστία του ορθόδοξου μοναχισμού, στο Άγιον Όρος. Φθάνουμε στην πύλη και μας υποδέχεται ο Aρχοντάρης. Μας οδηγεί στο αρχονταρίκι, στην αίθουσα δηλαδή υποδοχής των επισκεπτών, που είναι στον πρώτο όροφο ενός πολυωρόφου κτηρίου. Το καλωσόρισμα είναι με το πατροπαράδοτο λουκούμι και το μοναστηριακό τσίπουρο, που είναι ένα δυνατό απόσταγμα από σταφύλια εμπλουτισμένο με πολλά αρωματικά φυτά. Βγαίνοντας έξω προς το ξύλινο μπαλκόνι, αντικρίζουμε ένα ωραίο θέαμα. Το μοναστήρι είναι φωλιασμένο στα βράχια μιας βαθιάς κοιλάδας, που τη διασχίζει ένα άγριο ρέμα και πάνω του υψώνεται η απότομη κορφή του Άθωνα (2043μ). Τα περισσότερα κτίσματα, γύρω από το μοναστήρι, είναι καινούργια, επειδή καταστροφές και λεηλασίες ήσαν πριν από αρκετά χρόνια σε ημερήσια διάταξη. Κατά την ξενάγηση του μοναστηριού σταματάμε μπροστά από μια ξύλινη ταμπέλα, που είναι χαραγμένο ένα απόφθεγμα και συζητάμε την ερμηνεία του «αν πεθάνεις πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις όταν πεθάνεις», (αν μπορέσεις να αποβάλεις όλες τις αμαρτίες σου εν ζωή, τότε θα ζήσεις αιώνια). Η σύντομη όμως επίσκεψη στη Μονή βαίνει προς το τέλος της. Θα συνεχίσουμε την πορεία μας προ τη Μονή Διονυσίου, όπου και θα διανυκτερεύσουμε.

Μετά από μια ώρα πεζοπορίας, σκαρφαλώνοντας στους απότομους βράχους με την εξαίσια θέα του κόλπου, φθάνουμε στη Μονή Διονυσίου. Αντικρίζουμε με δέος τους οχυρούς τοίχους και τις πολεμίστρες της στον απότομο βράχο, που υψώνεται 100 περίπου μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Είναι πραγματικά ένα απόρθητο φρούριο, που ίδρυσε το 1375 ο Άγιος Διονύσιος, στη νοτιοδυτική πλευρά της αθωνικής χερσονήσου με την οικονομική βοήθεια του αυτοκράτορα Αλεξίου του Γ΄ Κομνηνού. Οι περισσότεροι βυζαντινοί αυτοκράτορες ήσαν χορηγοί των αθωνικών μονών. Άλλοι με χρήματα, άλλοι με πολύτιμα κοσμήματα και εικόνες, ενώ άλλοι πρόσφεραν τα δώρα τους με υστεροβουλία, κάτι που τις περισσότερες φορές δεν γινόντουσαν αποδεκτά από τους μοναχούς.
Η Μονή αυτή είναι μια από τις μεγαλύτερες του Α.Ο., αριθμεί περίπου 50 μοναχούς και δέχεται αρκετούς επισκέπτες. Ο εφημέριος Παύλος με δίπλωμα πολιτικού μηχανικού, ήταν ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος. Είχαμε μακρά συζήτηση μαζί του και μας είπε ότι η Μονή (φημισμένη και για το κρασί της) είναι ένα από τα πέντε μοναστήρια (τα άλλα είναι της Μεγίστης Λαύρας, του Βατοπεδίου, των Ιβήρων και του Χιλανδαρίου) που έχει το δικαίωμα να στέλνει κάθε πέντε χρόνια ένα μοναχό ή ιερομόναχο για να αναλάβει Πρωτοεπιστάτης του Αγίου Όρους. Είναι ο εκπρόσωπος όλων των Μονών προς τον έξω κόσμο και διοικεί το Α.Ο.
Μετά το θρησκευτικό τελετουργικό, συμμετείχαμε στο ποτήριον της αγάπης σύμφωνα με το τυπικό. Οι μοναχοί κάθονται σε μεγάλα τραπέζια, χωριστά από τους επισκέπτες, με τον ηγούμενο να δεσπόζει στην κορυφή της αίθουσας. Κατά τη διάρκεια του φαγητού διαβάζεται ένα κείμενο, από τους Βίους των Αγίων. Όλοι τρώμε σιωπηλά και γρήγορα. Για το μοναχό, το φαγητό δεν είναι μέσον απόλαυσης, αλλά η ελάχιστη ανάγκη και μέσον συντήρησης του ανθρωπίνου σώματος. Το κύριο «γεύμα» θα έλθει λίγο αργότερα, όταν οι μοναχοί θα έχουν αποσυρθεί στα κελιά τους ή σε κάποια ήσυχη γωνιά του κήπου και θα ασχοληθούν με την πνευματική τους τροφή, θα τραβήξουν το κομποσχοίνι τους και θα υμνούν τον Κύριο με την επαναλαμβανόμενη φράση «Κύριε ελέησον ημάς», «Κύριε ελέησον ημάς», «Κύριε ελέησον ημάς»… Η πύλη κάθε Μονής κλείνει με τη δύση του ηλίου. Ο φωτισμός χαμηλώνει και επικρατεί σιγή. Είναι η ώρα που επιτελείται ένα σπουδαίο έργο για κάθε μοναχό, εκείνο της αφοσίωσης στην εναγώνια προσευχή.



Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου. Μετά τον όρθρο και την πρωινή τράπεζα ακολουθούμε το μονοπάτι, που φεύγει βόρεια της Μονής και ακολουθεί το ανάγλυφο της πλαγιάς. Περπατάμε πάνω από μια ώρα μεταξύ βράχων και καταπράσινης βλάστησης, διασχίζουμε ένα απότομο φαράγγι και συναντάμε την πολύ γραφική Μονή Γρηγορίου, που είναι κτισμένη σε μια από τις ωραιότερες τοποθεσίες του Α.Ο. Ιδρύθηκε στα μέσα του 14ου αιώνα. Η υποδοχή των επισκεπτών γίνεται στον Αρσανά, όπου βρίσκονται το αρχονταρίκι και ο ξενώνας. Ανεβαίνουμε στο Μοναστήρι μέσα από ένα καλντερίμι από κυπαρίσσια και κληματαριές. Μόλις οι μοναχοί έχουν επιστρέψει από τα διακονήματά τους (καθημερινές εργασίες), μεταφέροντας στην πλάτη των μουλαριών σταφύλια από τον τρύγο. Από τη βυζαντινή περίοδο χρονολογείται η ενασχόληση των μοναχών με τον τρύγο και την παρασκευή κρασιού. Μας δίνουν να δοκιμάσουμε. Υπέροχη γεύση, το πιστοποιούμε και αργότερα όταν δοκιμάζουμε το κρασί τους. Πλήρης ευωδία πλημμυρίζει τα ρουθούνια μας. Το άρωμα μαγεύει τη γλώσσα μας, μία σταγόνα αρκεί για να μεθύσουμε. Το κρασί είναι βασικό συστατικό του γεύματος και του δείπνου.



Από τον εξώστη της Μονής το τοπίο είναι εκπληκτικό. Μέσα στα σμαραγδένια ήρεμα νερά του κόλπου, βλέπουμε τον πυθμένα της θάλασσας, διακρίνουμε ακόμη και ψάρια! Στη Μονή αυτή είχαμε ιδιαίτερη περιποίηση. Μας υποδέχθηκε ο ίδιος ο ηγούμενος Γεώργιος, μας ξενάγησε στο νεόκτιστο και πολυώροφο κτήριο της Μονής, μας έδειξε το παρεκκλήσιο, όπου φυλάσσεται η εικόνα της Παναγίας της Γαλακτοτροφούσας, μία εικόνα όπου η Παναγία θηλάζει το μικρό Ιησού με γυμνό στήθος. Θέμα σπάνιο για την ορθόδοξη αγιογραφία.



Λίγο πριν από τη δύση του ηλίου μαζευτήκαμε στον Αρσανά κάτω από τα φύλλα μιας λεύκας και ο εφημέριος Αντώνιος μας μίλησε για το Α.Ο. και για την ιδιοτυπία που παρουσιάζει. Δηλαδή, ότι δεν γεννιούνται στον τόπο αυτόν νέες ζωές, η γέννηση ενός μοναχού είναι συμβολική πράξη και γίνεται με την κουρά του (τελετή μύησης).



Το τάλαντο είναι ένα ξύλινο, φορητό και επίμηκες σήμαντρο, που μας κάνει μεγάλη εντύπωση και οι ήχοι του χαράσσονται ανεξίτηλα στη μνήμη μας. Πριν από την ακολουθία, ο εντεταλμένος μοναχός το κρούει τρεις φορές με ολιγόλεπτη παύση για να προσκαλέσει μοναχούς και επισκέπτες στο Ναό. Η ερμηνεία του ταλάντου, ως μέσον καλέσματος, χάνεται στα βάθη των αιώνων. Λέγεται ότι το πρωτοχρησιμοποίησε ο Νώε για να καλέσει τα ζώα και πτηνά στην Κιβωτό του, πράξη καθαρά συμβολική, επειδή Ναός και Κιβωτός ταυτίζονται σαν χώροι σωτηρίας της ψυχής.



Γύρω στις 3.30 το πρωί, ένας μοναχός περιδιαβαίνει τους σκοτεινούς διαδρόμους χτυπώντας το τάλαντο. Ξυπνάμε, ντυνόμαστε και προσερχόμαστε στο καθολικό. Εκεί ξεκινάει η κοινή προσευχή. Όλο το περιβάλλον θυμίζει τελετουργική μυσταγωγία, η ατμόσφαιρα είναι τρομερά υποβλητική. Μέσα στην ήρεμη νύκτα, το καθολικό φωτίζεται μόνο από τρία καντήλια και μερικά κεριά, η φλόγα των οποίων συναγωνίζεται τις πιρουέτες των χορευτών, όταν το δροσερό πρωινό αεράκι κάνει την παρουσία του στον ιερό αυτό χώρο. Στο αναλόγιο, ο αναγνώστης (ένας μοναχός) διαβάζει την ακολουθία, ενώ μαυροντυμένες φιγούρες, σκιές περισσότερο παρά άνθρωποι, διασχίζουν αέρινα τους διαδρόμους, προσκυνούν και βυθίζονται στα στασίδια τους. Ρασοφόροι μοναχοί και επισκέπτες ακουμπούν στα σκληρά στασίδια τους, άλλοι ελαφρώς αποκοιμισμένοι, άλλοι ψάλλουν με βαθιά κατάνυξη και άλλοι ακούν τους μελωδικούς ρυθμούς από τη χορωδία των μοναχών.



Μετά την ακολουθία εξερχόμαστε του καθολικού για το μεσημεριανό φαγητό! Απορούμε γιατί η ώρα είναι 7. 30 το πρωί. Ο πατέρας Φώτιος (με σπουδές στο Πανεπιστήμιο Πατρών) μας διευκρινίζει την απορία μας. Τα αγιορείτικα μοναστήρια ακολουθούν τη βυζαντινή ώρα, δηλαδή αρχίζουν να μετρούν τη μέρα (αρχή μεσονυκτίου) με τη δύση του ηλίου. Έτσι στις 7 το πρωί (κοσμική ώρα) θεωρείται Μία το μεσημέρι για το Α.Ο., ώρα επομένως για το μεσημεριανό φαγητό. Και επειδή η δύση του ηλίου δεν είναι σταθερή, διαρκώς προσαρμόζουν τα ρολόγια τους και τον καθημερινό τρόπο ζωής τους.



Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου. Εγκαταλείπουμε τη πολύ φιλόξενη Μονή Γρηγορίου και συνεχίζουμε την επίσκεψη στις ανατολικές Μονές, που αγναντεύουν το Θρακικό Πέλαγος.



Στις Καρυές, μας περιμένουν αγιορείτες ταξιτζήδες, που κάνουν αγώι στο πιο προσιτό οδικό δίκτυο της αθωνικής χερσονήσου προς τις Μονές Ιβήρων, Φιλοθέου, Καρακάλου και Μεγίστης Λαύρας. Διερχόμαστε μπροστά από τη Μονή Ιβήρων και φθάνουμε στη Μονή Φιλοθέου. Η κεντρική είσοδος και τα ισχυρά τείχη της μοιάζουν με απόρθητο φρούριο. Η Μονή ιδρύθηκε το 1015 και θεωρείται αρκετά λιτή. Εισερχόμαστε στο καθολικό και προσκυνάμε. Φεύγοντας από τη Μονή ακολουθούμε το μονοπάτι προς τη Μονή Καρακάλου. Η διαδρομή αυτή θεωρείται από τις ωραιότερες πεζοπορικές διαδρομές της ελληνικής φύσης, κυρίως αν η επίσκεψη γίνει το φθινόπωρο. Το μονοπάτι είναι κυριολεκτικά πνιγμένο σε θεριεμένες κουμαριές, δάφνες, φτέρες καθώς και άλλα είδη χλωρίδας που με τα πολύχρωμα φυλλώματά τους παρουσιάζουν μια εντυπωσιακή εικόνα στους οδοιπόρους. Συναντάμε σπάνια συστοιχία από κυκλάμινα, ακόμη μεγάλα ζουμερά και κατακόκκινα κούμαρα και τα δοκιμάζουμε.



Έχουμε φθάσει στη Μονή Καρακάλου, που είναι κτισμένη σε ένα καταπράσινο πλάτωμα. Στην είσοδο δεσπόζει ο επιβλητικός πύργος της, ο μεγαλύτερος του Α.Ο. Αφού τακτοποιηθούμε στα κελιά μας, ξεκουραζόμαστε λίγο και συναντάμε τον πατέρα Παρθένιο, που μας διηγείται την ιστορία του Α.Ο. Η παράδοση ανάγει την απαρχή του αγιορείτικου μοναχισμού σε πολύ παλαιά χρόνια.



Θεμελιωτής του αγιορείτικου μοναχισμού θεωρείται ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, που ίδρυσε το 963μ.Χ. το πρώτο κοινοβιακό μοναστήρι, τη Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Η χρονολογία αυτή σηματοδοτεί την αρχή του οργανωμένου μοναχισμού. Μοναστική όμως ζωή προϋπήρχε. Έτσι ξέσπασε διαμάχη μεταξύ των παλαιοτέρων (ερημιτών του Άθωνα) και των νεωτέρων (κοινοβιακών), που ανάγκασε το βυζαντινό αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή να καθορίσει τις μορφές μοναχισμού και να υπογράψει ένα έγγραφο, που θεωρείται το σημαντικότερο χειρόγραφο του Α.Ο., σώζεται σήμερα σε καλή κατάσταση και φυλάσσεται σε ειδικό θησαυροφυλάκιο στο Πρωτάτο. Είναι το ιδρυτικό έγγραφο του Α.Ο. και καλείται Τράγος.



Η ιστορία των περισσοτέρων Μονών είναι βαμμένη με αίμα, λεηλασίες και πυρκαγιές. Στα νεώτερα χρόνια, πολλές μονές αντιμετώπισαν μίζερη οικονομική κατάσταση και ερήμωσαν. Ολόκληρο το Α.Ο. αποτελείται από είκοσι μονές, πολυάριθμες σκήτες, κελιά και ησυχαστήρια. Διοικείται από την Ιερά Επιστασία με επικεφαλής τον Πρωτοεπιστάτη και εποπτεύεται πνευματικά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο εκπρόσωπος του ελληνικού κράτους είναι ο Διοικητής του Α.Ο., μία θέση περισσότερο διακοσμητικού χαρακτήρα.



Οι πρώτες σταγόνες βροχής διακόπτουν την ευχάριστη συζήτηση και πρέπει να προστατευτούμε από την επερχόμενη μπόρα. Μετά τον εσπερινό ακολουθεί η τράπεζα. Σήμερα έχουμε νηστεία και γι αυτό το πιάτο αποτελείται από νερόβραστο μακαρονάκι, ζυμωτό ψωμί, φρέσκα λαχανικά και σταφύλια. Παρόλα τη σπαρτιάτικη διατροφή το φαγητό είναι θαυμάσιο, όπως σε όλα τα μοναστήρια. Καθόλου άνοστο, φτιαγμένο μόνο με αγνά υλικά, θαρρείς που είχε τη θεϊκή ευλογία. Το φαγητό αρχίζει με το καμπανάκι του ηγούμενου. Ο αναγνώστης διαβάζει σχετικό κείμενο. Το δείπνο τελειώνει σε λίγο, πάλι με το καμπανάκι του ηγούμενου, που πρώτος αποχωρεί και στέκεται στην έξοδο ευλογώντας τους εξερχόμενους μοναχούς και επισκέπτες.


Στο Α.Ο. ακολουθείται η παλαιά ημερολογιακή αρίθμηση και πρέπει κανείς να προσθέσει 13 μέρες στο κοσμικό ημερολόγιο. Έτσι η Κοίμηση της Θεοτόκου εορτάζεται στις 28 Αυγούστου, του Τιμίου Σταυρού στις 27 Σεπτεμβρίου και τα Χριστούγεννα στις 7 Ιανουαρίου. Όχι όμως και το Πάσχα που είναι κινητή εορτή.


Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου. Ο πατέρας Ιλαρίων ήταν συνεπής στο ραντεβού του. Στις 9.15 το πρωί αναχωρούμε με το αγοραίο του για το τελευταίο κομμάτι του οδοιπορικού μας προς τις Μονές Παντελεήμονος και Ξενοφώντος. Μας αφήνει στο πάνω σημείο του λόφου πριν από τη Δάφνη. Μπροστά μας βλέπουμε το σηματοδοτημένο μονοπάτι που οδηγεί στη Μονή Παντελεήμονος. Είναι μια ώρα με τα πόδια. Η διαδρομή είναι πανέμορφη, κάτω από τον ίσκιο της πυκνής βλάστησης με πλατάνια και καστανιές. Περνάμε ειδυλλιακούς χείμαρρους και παλιά πέτρινα γεφύρια. Σε μερικά σημεία ο δρόμος έχει υποστεί κατολίσθηση από τη χθεσινή νεροποντή. Βλέπουμε άλλους προσκυνητές να έχουν αντίθετη πορεία. Τους ρωτάμε για τη βατότητα του μονοπατιού. Μας δίνουν οδηγίες. Βρισκόμαστε στο τελευταίο κομμάτι μιας αγιορείτικης ζούγκλας, πνιγμένη σε καταπράσινη βλάστηση.

Πλησιάζουμε στη Μονή Παντελεήμονος και βλέπουμε τα πρώτα θεόρατα κτήρια της Μονής. Η έκπληξή μας είναι μεγάλη. Ο περίβολός της θυμίζει βομβαρδισμό. Ψηλά κτήρια, που κάποτε φιλοξενούσαν πάνω από 2000 ρώσους μοναχούς εντελώς κατεστραμμένα. Μετά την Οκτωβριανή επανάσταση η ρωσική αδελφότητα συρρικνώθηκε και σήμερα έχουν απομείνει ελάχιστοι μοναχοί. Η υποδοχή του Αρχοντάρη είναι εγκάρδια, μιλά σπασμένα ελληνικά, μας ξεναγεί στο καθολικό, με τις τεράστιες διαστάσεις του. Προ του ιερού τέμπλου βλέπουμε την εντυπωσιακή εικόνα του Αγίου Παντελεήμονος με βαρύτιμη ολόχρυση διακόσμηση. Όλος ο διάκοσμος είναι από καθαρό χρυσάφι, δείγμα του πλούτου που κατέφθανε στη Μονή πριν από εκατό περίπου χρόνια. Απέναντι από το καθολικό αντικρίζουμε το κεντρικό κωδωνοστάσιο με τις θεόρατες καμπάνες. Έχουμε την αγωνία να ανέβουμε και να τις φωτογραφίσουμε. Η μεγαλύτερη ζυγίζει δεκαπέντε τόνους, είναι η μεγαλύτερη στα Βαλκάνια και δεύτερη στον κόσμο.

Η επίσκεψή μας είναι σύντομη. Αφού αγοράσαμε τα σουβενίρ από το μαγαζάκι του Αρχοντάρη (εφοδιασμένο μέχρι και CD θρησκευτικής μουσικής) συνεχίσαμε την πεζοπορία μας, ακολουθώντας τις αγιορείτικες παραλίες προς το τελευταίο μοναστήρι του οδοιπορικού μας, τη Μονή Ξενοφώντος. Εκεί φθάσαμε αργά το απόγευμα.

Χαρακτηριστικό του Α.Ο. είναι το Άβατον, όπου η παρουσία των θηλέων στη χερσόνησο του Άθωνα απαγορεύεται κατά τα ανέκαθεν κρατούντα. Επειδή δεν επιτρέπεται η είσοδός τους αφ’ ενός και αφετέρου να δυνηθούν οι γυναίκες να λάβουν την ευλογία του Α.Ο., λαμβάνει χώρα μια τελετή, μάρτυρες της οποίας έχουμε γίνει. Πλοιάριο της γραμμής πλησιάζει με λαϊκούς (γυναίκες και άνδρες) τις ακτές, ενώ λέμβος του λιμενικού σώματος μεταφέρει ένα μοναχό με το πετραχήλι και τα άμφιά του, επιβιβάζεται επί του πλοιαρίου και τελεί αγιασμό. Για να δοθεί η δυνατότητα στον οποιονδήποτε που δεν έχει ή δεν μπορεί να επισκεφτεί το Α.Ο. να πάρει την ευλογία του και να αποκτήσει την πνευματική ανάταση όπως και οι προσκυνητές του.

Στο ταξίδι της επιστροφής είναι χαραγμένη στα πρόσωπά μας η κούραση. Όλοι μιλάμε με μισόλογα, που αν κανείς τα κατανοήσει θα σχηματίσει φράσεις όπως «πότε θα γυρίσουμε πάλι στις μονές των βράχων», «πότε θα ξανακούσουμε τις μελωδίες των ρασοφόρων», «πότε θα ξανανιώσουμε το επιβλητικό καθολικό του μεσονυκτίου», «πότε θα γευτούμε το νέκταρ των αγιορείτικων αμπελώνων», «πότε την αμβροσία της νηστείας». Όλοι δίνουμε νοητά μια υπόσχεση, ότι η επόμενη συνάντησή μας δεν θα αργήσει να έλθει.